Menu

+30 2421 0 29100

info@delikostas.gr

Η αβάσιμη καθαίρεση του π. Γεωργίου Δεληκώστα από το 1ο βάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο

HomeΆρθραΚοινωνική ΔιάστασηΗ αβάσιμη καθαίρεση του π. Γεωργίου Δεληκώστα από το 1ο βάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο
HomeΆρθραΚοινωνική ΔιάστασηΗ αβάσιμη καθαίρεση του π. Γεωργίου Δεληκώστα από το 1ο βάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο

posted in ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Rate this item
(1 Vote)

kyriazopoulos

 

 

Ο παπα-Γιώργης, ως γνωστόν, ζήτησε από τη Μητρόπολη Δημητριάδος, στις αρχές Ιανουαρίου 2018, την παραχώρηση οικονομίας για να συνάψει γάμο με τη σύντροφό του, με την οποία έχει μόνιμη σχέση αγάπης, καρπός της οποίας ήταν το κοριτσάκι τους, μετά την εγκατάλειψή του από την πρεσβυτέρα του. Η ίδια Μητρόπολη όφειλε να απαντήσει θετικά ή αρνητικά, σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις του Πανορθόδοξου Συνεδρίου του 1923, οι οποίες προτρέπουν τη Σύνοδο κάθε Ορθόδοξης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, ύστερα από εισήγηση του οικείου Μητροπολίτη, να παραχωρεί οικονομία σε χήρους ή εγκαταλειμμένους από τις πρεσβυτέρες ιερείς, για να συνάπτουν δεύτερο γάμο.

Το Πανορθόδοξο Συνέδριο του 1923, υπό την προεδρία του αοίδιμου Οικουμενικού Πατριάρχη Μελετίου του Δ΄, αποφάσισε ότι:

1) Δεν υφίσταται λόγος δογματικός μόνιμης προτεραιότητας μεταξύ των μυστηρίων του γάμου και της ιερωσύνης, και συνεπώς θεωρεί κατ’ αρχήν επιτρεπόμενο τον γάμο των ιερέων μετά τη χειροτονία, με την εξαίρεση εκείνων που έχουν δεσμευθεί με μοναχική ευχή, επειδή δεν αντιβαίνει στο συνολικό πνεύμα της Ευαγγελικής διδασκαλίας, μάλλον δε προλαβαίνει τον σκανδαλισμό του ποιμνίου.

2) Δικαιούνται οι Σύνοδοι των επί μέρους Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, ύστερα από γνωμοδότηση του αρμόδιου Επισκόπου, να επιτρέπουν στους αιτούντες ιερείς τη σύναψη γάμου. Και

3) Το μέτρο αυτό λογίζεται από άποψη Κανονικού Δικαίου έγκυρο μέχρι τη σύγκληση Πανορθόδοξης Συνόδου, η οποία έχει την αρμοδιότητα να θεσπίσει τη διάταξη αυτή (βλ. Πρακτικά και Αποφάσεις του Συνεδρίου 1923, σελ. 215-218).

Αντί οποιασδήποτε απαντήσεως της ίδιας Μητρόπολης (η οποία μας έχει συνηθίσει σε εκσυγχρονιστικές πρωτοβουλίες που συμπορεύονται με τα αιτήματα των καιρών και έχουν οράματα για το μέλλον) στην αίτηση του παπα-Γιώργη για παραχώρηση οικονομίας για σύναψη δεύτερου γάμου, το Επισκοπικό της Δικαστήριο, στα μέσα Μαρτίου του 2018, παρέπεμψε τον παπα-Γιώργη στο Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο, επειδή το ίδιο Επισκοπικό Δικαστήριο στερούνταν της δικαιοδοσίας να επιβάλει την ποινή της καθαίρεσης. Οι κατηγορίες του ήταν δύο, η πρώτη κατηγορία του αναχρονιστικού και μεσαιωνικού πειθαρχικού αδικήματος της «πορνείας» και η δεύτερη κατηγορία του δήθεν «βαρύτατου σκανδαλισμού της συνειδήσεως των πιστών», η οποία δεύτερη κατηγορία συνήθως προσάπτεται σε κατηγορητήριο εκκλησιαστικής δίκης.

Το ίδιο Συνοδικό Δικαστήριο, στις αρχές Δεκεμβρίου 2018, τον καταδίκασε σε καθαίρεση για το ίδιο πειθαρχικό αδίκημα, πρόδηλα παρερμηνεύοντας την έννοια του  αδικήματος της «πορνείας» και εκείνη του «βαρύτατου σκανδαλισμού της συνειδήσεως των πιστών». Και τούτο παρά το γεγονός ότι, στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2018, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου έλαβε την απόφαση να  επιτρέπεται του λοιπού ο δεύτερος γάμος των ιερέων, σε περίπτωση χηρείας τους ή εάν τους εγκαταλείψει η πρεσβυτέρα τους, όχι όμως για όσους ιερείς εγκαταλείπουν τις πρεσβυτέρες τους και επιθυμούν να νυμφευθούν άλλη γυναίκα. Η σχετική κρίση θα γίνεται από τη Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου για κάθε περίπτωση αίτησης ιερέα, ύστερα από εισήγηση του οικείου Μητροπολίτη. Επίσης το μυστήριο του γάμου για τον δεύτερο γάμο των ιερέων θα είναι διαφορετικό, μια απλή προσευχή και σε πολύ στενό οικογενειακό κύκλο (https://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/23626-apofasi-tou-oikoumenikou-patriarxeiou-gia-deutero-gamo-iereon).  Σημειωτέον ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι η Μητέρα Εκκλησία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία έχει - σύμφωνα με τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο Αυτοκεφαλίας της του έτους 1850 - υποχρέωση συμπορεύσεως με το Πατριαρχείο σε θέματα διορθόδοξης αρμοδιότητας, όπως ο δεύτερος γάμος των κληρικών.

Όμως, η διαφορετική μεταχείριση στο θέμα του δεύτερου γάμου των ιερέων που ανήκουν στην Εκκλησία της Ελλάδος (όπως ο παπα-Γιώργης), και εκείνων που ανήκουν στις δικαιοδοσίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ελλάδα (Δωδεκάνησα, Κρήτη), εγείρει ζήτημα παραβίασης της συνταγματικής ισότητας (αρθ. 4 παρ. 1 Συντάγματος και αρθ. 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα). Είναι εύλογο ότι για την παραβίαση αυτή ευθύνεται η Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία δεν συμπορεύεται στο ζήτημα αυτό με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο επέβαλε τις ευνοϊκές για τους ιερείς αποφάσεις του Πανορθόδοξου Συνεδρίου του 1923.

Η πρόδηλη παρερμηνεία της έννοιας του αδικήματος της «πορνείας» από το Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο προκύπτει από τη σύγκριση των γεγονότων που αφορούν την προσωπική ζωή του παπα-Γιώργη, με τη νομική έννοια του συγκεκριμένου αδικήματος. Ο αείμνηστος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ Παναγιώτης Παναγιωτάκος γράφει ότι το αδίκημα τούτο της «πορνείας» διαπράττεται, εκ προθέσεως, από άντρα άγαμο και γυναίκα ελεύθερη ανδρός (παρθένο, διαζευγμένη ή χήρα), χωρίς αδικία άλλου (δηλ. συζύγου της), η οποία παραδίδει ανεπίλεκτα σε περισσότερους το σώμα της για ακολασία ή όχι τέτοιας, ενώ και οι δύο δεν είναι συγγενείς, με επίτευξη ανεπίτρεπτης πράξης σαρκικής συμπλοκής, η οποία φέρει οποιονδήποτε χαρακτήρα ακόλαστης και αθέμιτης ηδονής, δηλαδή από την κατά φύση συνουσία μέχρι και την ακολασία (συγκυλισμό, δηλ. ασέλγεια) βλ. Π. Παναγιωτάκου, Σύστημα Εκκλησιαστικού Δικαίου κατά την Ελλάδι ισχύν αυτού – τομ. Γ΄, Το Ποινικόν Δίκαιον της Εκκλησίας, σελ. 585-594].  

Είναι σαφές ότι ο παπα-Γιώργης δεν έχει διαπράξει το αδίκημα της «πορνείας», διότι:

1) Δεν είναι ελεύθερος (ούτε έγγαμος), αλλά διαζευγμένος.

2) Έχει συνάψει μόνιμη σχέση αγάπης με τη σύντροφό του, καρπός της οποίας αγάπης είναι το κοριτσάκι τους, μετά την εγκατάλειψή του από την πρεσβυτέρα του.

3) Η μόνιμη σχέση αγάπης του με τη σύντροφό του και με το κοριτσάκι τους δεν έχει σκοπό την ακόλαστη και αθέμιτη ηδονή, αλλά τη δημιουργία οικογένειας, όπως έχουν σχετικό συνταγματικό δικαίωμα.

4) Δεν σύναψε περιστασιακές σχέσεις ούτε επιδίωξε σχέση επί πληρωμή, δύο περιπτώσεις στις οποίες και μόνες θα μπορούσε ενδεχομένως να γίνει λόγος για «πορνεία», στη σημερινή εποχή της προστασίας της αξιοπρέπειας του ανθρώπου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του που είναι σύμφυτα με αυτήν, τα οποία βεβαίως δεν αναγνωρίζονταν νομικά στο Μεσαιωνικό Βυζάντιο.

Κατά συνέπεια, οι αποφάσεις του Επισκοπικού Δικαστηρίου και του Πρωτοβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου δεν έχουν νόμιμη και συγκεκριμένα ειδική, αλλά γενική και αόριστη αιτιολογία.

Η πρόδηλη παρερμηνεία της έννοιας του «βαρύτατου σκανδαλισμού της συνειδήσεως των πιστών» από το Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο προκύπτει από την αντικατάσταση της συνειδήσεως των πιστών από τη συνείδηση των Μητροπολιτών – Συνοδικών Δικαστών, αφού εκείνοι εξέδωσαν την απόφασή τους με την οποία καθαιρούν τον παπα-Γιώργη και προφανώς δεν έκαναν σχετική στατιστική έρευνα. Πάντως, είναι στη διάθεση οποιουδήποτε ο – εξ όσων γνωρίζω - υπερβολικά μεγάλος αριθμός των followers του παπα-Γιώργη στα διάφορα κοινωνικά δίκτυα, ο οποίος πάντως συνιστά άμεσο στατιστικό δεδομένο που αποδεικνύει το αντίθετο από το οριζόμενο στην απόφαση του Πρωτοβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου.

Οι αποφάσεις του Επισκοπικού Δικαστηρίου και του Πρωτοβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου έρχονται σε αντίθεση προς την απόφαση της Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος των αρχών του 20ου αιώνα, κατά την οποία παραχωρείται οικονομία στους ιερείς που χήρευσαν  (ή που εγκαταλείφθηκαν από τις πρεσβυτέρες τους), προκειμένου να συνάψουν δεύτερο γάμο, και η οποία ανακοινώθηκε ενώπιόν της στη αντιπροσωπεία της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία ζήτησε τη γνώμη της Εκκλησίας της Ελλάδος για το ίδιο θέμα. Αλλά η Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν εφαρμόζει στους ιερείς που υπάγονται σε αυτήν, την συγκεκριμένη δική της απόφαση,  όπως μας το διευκρινίζει ο Γ. Δ. Χατζηαποστόλου, στο βιβλίο του με τίτλο «Το ζήτημα του γάμου γενικώς από χριστιανικής απόψεως – Το ζήτημα του γάμου των κληρικών ειδικώς», Αθήναι 1967, στο οποίο γράφει τα ακόλουθα:

«Εις το Συνέδριο τούτο (την εν Ρόδω Πανορθόδοξη  Διάσκεψη του 1961) προσελθόντες παρεκάθησαν αντιπρόσωποι Αρχιερείς και κατώτεροι τον βαθμόν κληρικοί, ως και Καθηγηταί Θεολόγοι, όλων των εκασταχού Ορθοδόξων Εκκλησιών. Ούτοι, εν πνεύματι αγάπης και ισοτιμίας, προέβησαν εις την κατάρτισιν ειδικών επιτροπών δια την εξέτασιν του υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου καταρτισθέντος προγράμματος, καθ’ ωρισμένα θέματα. Και ενώ ευρέθησαν πάντες σύμφωνοι επί πάντων των θεμάτων του προγράμματος, εις το ζήτημα του γάμου διεφώνησαν, αποτελέσαντες παραφωνίαν και αντιταχθέντες μάλιστα εις την γνώμην των ξένων αντιπροσώπων οι αντιπρόσωποι της Εκκλησίας της Ελλάδος Αρχιερείς Μυτιλήνης Ιάκωβος, Μαρωνείας Τιμόθεος και Ιωαννίνων Ιγνάτιος, μηδ’ αυτών των συνέδρων λαϊκών Θεολόγων Καθηγητών κ.κ. Αλεβιζάτου και Μπρατσιώτη εξαιρουμένων. Και η μειοψηφική τούτων γνώμη, εκ των υστέρων διηυκρινίσθη, δια της διαμαρτυρίας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Δαμασκηνού, ότι ήτο υποβολιμαία εκ μέρους της Ιεράς Συνόδου, δούσης, εκ λόγων μη δυναμένων να εξηγηθώσι, την αντίθετον προς τον σκοπόν τούτον εντολήν. Κατόπιν τούτου διεγράφη εκ του προγράμματος των συζητητέων θεμάτων το ζωτικώτατον τούτο δια την Εκκλησίαν ζήτημα, διότι κατά την τεθείσαν ευθύς εξ αρχής βάσιν και μία ψήφος αρνητική ήτο ικανή  δια την διαγραφήν του θέματος.

Παρά ταύτα, οι ξένοι αντιπρόσωποι, οίτινες εξενίσθησαν δια την αντίθετον ταύτην στάσιν των αντιπροσώπων της Ελλαδικής Εκκλησίας, ως και οι των Ελληνοφώνων και των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, τοιούτοι επεφυλάχθησαν, καθ’ ό είχον δικαίωμα, να επαναφέρωσι προς επανεγγραφήν και επανασυζήτησιν το θέμα του γάμου των κληρικών μετά την χειροτονίαν, διότι ως εδήλωσαν πρόκειται περί θεμελιώδους κα εξαιρετικής σημασίας ζητήματος, εν τη μελλούση να συνέλθη Προσυνόδω.

Ότι ήσαν εκ των προτέρων προκατειλημμένοι, δια την καταψήφισιν του θέματος, περί του μετά την χειροτονίαν γάμου των κληρικών, οι Ελλαδικοί αντιπρόσωποι του εν Ρόδω Συνεδρίου, ουδεμία αμφιβολία δύναται να χωρήση, εφόσον ο διαμαρτυρηθείς Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Δαμασκηνός εδήλωσε ρητώς, ότι θα ζητήση εξηγήσεις παρά της Ι. Συνόδου εκ ποίων ελατηρίων ήχθη εις την απόφασιν να εισηγηθή τοις Αντιπροσώποις της Εκκλησίας της Ελλάδος την καταψήφισιν του ζητήματος του γάμου των κληρικών και να ευρεθή ούτω εις σύγκρουσιν, έναντι των άλλων ξένων και ημετέρων Συνέδρων.

Η άρνησις αύτη της Εκκλησίας της Ελλάδος να συμφωνήση μετά της γνώμης όλων των άλλων αντιπροσώπων του Συνεδρίου προυκάλεσε την γενικήν και δικαίαν αγανάκτησιν της κοινωνίας και εσχολιάσθη ποικιλοτρόπως, μειωθέντος συγχρόνως του κύρους της Ελλαδικής Εκκλησίας, παρ’ ής ανεμένετο να πρωτοστατή εις ζητήματα πηγαία και σοβαρά, οίον και το του γάμου των κληρικών μετά την χειροτονίαν.

Και ούτω ενεργήσασα εν προκειμένη περιπτώσει η Εκκλησία της Ελλάδος ήλθεν εις αντίφασιν, γνωστού όντος ότι αύτη, δια της Ιεράς Συνόδου, διετύπωσεν αντίθετον γνώμην εις την προ αυτής εμφανισθείσαν Επιτροπήν της Σερβικής Εκκλησίας, αποτελουμένην εκ του Επισκόπου Ζήτσης και του Θεολόγου Διακόνου Αιμιλιανού Πιπέρκοβιτς, μετά ταύτα επισκόπου Τιμόκ της Σερβίας. Και η διατυπωθείσα τότε γνώμη της Ι. Συνόδου της Ελλάδος επί του γάμου των κληρικών μετά την χειροτονίαν, εξ αφορμής της διαταράξεως της γαλήνης της Σερβικής Εκκλησίας, δια του πραξικοπηματικώς τελεσθέντος δευτέρου γάμου υπό χειρευσάντων Ιερέων δια της αμοιβαίας ευλογίας του μυστηρίου του γάμου των μεν επί των δε, ήτο σύμφωνος προς την απόφασιν της Σερβικής Εκκλησίας, περί της κατ’ οικονομίαν αναγνωρίσεως τούτου». 

Είναι σαφές ότι οι ανωτέρω σκέψεις αντανακλούν το πνεύμα της πρόσφατης έφεσης του παπα-Γιώργη στο Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Για να δούμε αν υπάρξει ο απαιτούμενος σεβασμός από τους  Μητροπολίτες-Συνοδικούς Δικαστές του ίδιου Δευτεροβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου, το οποίο προεδρεύεται από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, των αποφάσεων του Πανορθόδοξου Συνεδρίου του 1923 και η, εκ του Συντάγματος και του Τόμου Αυτοκεφαλίας, οφειλόμενη συμπόρευσή τους με την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου των αρχών Σεπτεμβρίου 2018 για τη ενεργοποίηση των σχετικών αποφάσεων του ίδιου Πανορθόδοξου Συνεδρίου…

Πηγή: www.taxydromos.gr του Κυριάκου Κυριαζόπουλου, καθηγητή (επ.) Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ, δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω, Θεολόγου

 

 

 

01 02, 19