Menu

+30 2421 0 29100

info@delikostas.gr

Η Κοκκινομασκίτσα και ο κακός ο Βλακομένης

HomeΆρθραΚοινωνική ΔιάστασηΗ Κοκκινομασκίτσα και ο κακός ο Βλακομένης
HomeΆρθραΚοινωνική ΔιάστασηΗ Κοκκινομασκίτσα και ο κακός ο Βλακομένης

posted in ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Rate this item
(2 votes)

  

Μια φορά κι ένα καιρό, τα πολύ παλιά τα χρόνια, υπήρχε ένα πολύ σπουδαίο και γνωστό χωριό της Παρτσαλίας το λεγόμενο Διαφάνι. Λέγεται ότι το όνομα του το είχε αποκτήσει επειδή οι κάτοικοι του χωριού αυτού ήταν πολύ καθαροί, προσεκτικοί και τα πάντα λειτουργούσαν άψογα.


kokkinomaskitsa 

Στο χωριό αυτό ζούσε μια μαμά, η κυρά Λενιώ, που όλοι όμως την φώναζαν «Σιδηρά Κυρία», με την μονάκριβη κόρη της, την Δροσίτσα που όλοι την φώναζαν Κοκκινομασκίτσα. Ξέρετε, εκείνα τα χρόνια στα χωριά οι περισότεροι είχαν παρατσούκλια και μ΄αυτά τους φώναζαν και μάλιστα ήταν τόσο έντονο το φαινόμενο αυτό που πολλές φορές ξεχνούσαν ακόμα και τα πραγματικά τους ονόματα.

Κάπου στις αρχές του 2020, σ΄ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο είχε εξαπλωθεί μια πολύ επικίνδυνη και άγνωστη μέχρι τότε ασθένεια, η Κορωνοθυγατέρα. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που λέγανε ότι η Κορωνοθυγατέρα ήταν κόρη ενός μεγάλου βασιλιά που ήθελε να κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά αυτή είναι μία ιστορία που δεν μας ενδιαφέρει σ’ αυτό το παραμύθι, αλλά σας υπόσχομαι ότι θα σας την διηγηθώ κάποια άλλη στιγμή σ’ ένα άλλο.

Σ’ ολόκληρο λοιπόν τον κόσμο, όλα τα βασίλεια έπαιρναν διάφορα μέτρα για να καθυστερήσουν τις σουλάτσες της Κορωνοθυγατέρας (κι αυτή βρε παιδάκι μου, κώλο δεν έβαζε μέσα) μέχρι να βρουν οι μεγάλοι μάγοι κάποιο μαγικό ματζούνι που θα προστάτευε τον λαό τους.

Ένα όμορφο πρωινό, ο μεγάλος άρχοντας του χωριού ο κύριος Τραμπλ, μάζεψε στην πλατεία όλο το λαό για να τους ανακοινώσει τα νέα μέτρα που αποφάσισε ο Βασιλιάς της χώρας μπας και καθυστερήσει λιγουλάκι τα μπες βγες της κορωνοθυγατέρας στα σπίτια των υπηκόων του.

Τους ανακοίνωσε ότι όλοι πρέπει να μείνουν στο σπίτι τους για κάποιο καιρό, ότι δεν πρέπει να έρχονται σε επαφή μ’ άλλους συγχωριανούς, ακόμα κι αν τύχει να συναντήσουν κάποιον στο δρόμο θα πρέπει να έχουν τουλάχιστον δύο μεγάλα βήματα απόσταση ο ένας από τον άλλον. Οι ανακοινώσεις έλεγαν:

«Όλες οι κοινωνικές εκδηλώσεις αναβάλλονται, και απαγορεύονται ο καφές στο καφενείο και τα γλέντια κάθε είδους σε κάθε τόπο.»

«Το σχολείο θα παραμείνει κλειστό»… και ο δάσκαλος ο Μαύρος θα καθίσει στο σπίτι του μπας και φάει ψωμί με τη γυναίκα του την Πρηξοδοσία και ξεχάσει επιτέλους το αίσθημα.

«Ακόμα και η εκκλησία θα παραμείνει κλειστή» και ο Παπα-Χάρλεϋ δεν θα μπορεί ούτε καν να κάνει βόλτες με τη μηχανή του. Ευκαιρία βέβαια να ησυχάσει και λίγο το χωριό από τον πολύ θόρυβο που έκανε.

Τους είπε επίσης ότι «δεν πρέπει να κυκλοφορεί κανείς στους δρόμους και στα χωράφια του γιατί θα έχω έξω να βολτάρει, τον Πελέκη τον σταυλάρχη του κ. Πούκα, και όποιον βρίσκει χωρίς ειδική άδεια να κυκλοφορεί έξω, θα του κόβει πρόστιμο, ένα γαΐδούρι από τον καθένα, κι αν μάλιστα τον ξαναπιάσει τότε εκτός από το γαΐδούρι θα του πάρει και το σαμάρι.»

Ειδικές άδειες για να κυκλοφορήσει κάποιος έξω, έβγαζε μόνο ο κύριος Τράμπλ και κανένας άλλος. Όποιος ήθελε λοιπόν να πάρει άδεια κυκλοφορίας, έπρεπε να πάρει ένα περιστέρι από τον περιστερώνα του, να ανέβει στην σκεπή του σπιτιού του, να γράψει σ’ ένα χαρτί το λόγο που θα ήθελε να κυκλοφορήσει, να το δέσει στο πόδι του περιστεριού και να το στείλει στον κύριο Τραμπλ. Ο κύριος Τράμπλ με τη σειρά του, μαζί με τον αγαπημένο φίλο του Βασιλιά τον κ. Πούκα, έλεγχε εαν αυτός που έκανε την αίτηση για άδεια κυκλοφορίας έχει περάσει πρόσφατα από ΚΤΕΟ  (Κοινοτικό Ταμείο Ελεγχόμενης Οικονομίας), κι αν όλα ήταν εντάξει, εξέδιδε την ΕΑΚ (Ειδική Άδεια Κυκλοφορίας), την  οποία την πήγαινε ο Ποσταντής (ο γιός του Πούκα) στον κάθε ενδιαφερόμενο προσωπικά.

Οι κάτοικοι του Διαφανίου όπως είχαμε πει και στην αρχή, ήταν πολύ τυπικοί και όλοι τους μα όλοι τους τηρούσαν τα μέτρα κατά γράμμα. Εκτός βέβαια από έναν κάτοικο ο οποίος είχε έρθει από το μεγάλο βασίλειο τον κ. Πρηκτέο, ο οποίος παραβίαζε συνεχώς τον νόμο και υπήρχε μόνιμα μία διαμάχη με τον Πελέκη που τον είχε βάλει στο μάτι. Να φανταστείτε ότι τόσο ο Πελέκης όσο και ο Πρηκτέος είχαν μόνιμα δεμένα στα ζωνάρια τους κεσεδάκια με γιαούρτι και δεν ήταν λίγες οι φορές που ο γιαουρτοπόλεμος έπεφτε σύννεφο ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο άντρες.

Μία Κυριακή πριν την Μεγάλη Εβδομάδα, η Σιδηρά Κυρία πήγε στον περιστερώνα της, πήρε ένα περιστέρι, ανέβηκε στην σκεπή του σπιτιού της, έδεσε ένα χαρτάκι στο πόδι του περιστεριού, με το οποίο ζητούσε άδεια από τον κ. Τραμπλ να πάει η Κοκκινομασκίτσα στη γιαγιά της που ζούσε ψηλά στο βουνό, μερικά τρόφιμα. Δεν ζήτησε άδεια για την ίδια μια και το δικό της ΚΤΕΟ είχε λήξει εδώ και πολλά χρόνια, εαν θυμάμαι καλά από τότε που δεν της κάθισε η κατάσταση με τον Μαύρο. Αλλά δεν έχει σημασία. Μέσα σε λιγότερο από μία ώρα ο Ποσταντής με πλήρη εξάρτηση (ειδική στολή, μάσκα, γάντια, αντισηπτικά κλπ) χτύπησε την πόρτα του σπιτιού της Σιδηράς Κυρίας, άφησε κάτω από το πατάκι του WELCOME την ΕΑΚ (Ειδική Άδεια Κυκλοφορίας) και έφυγε τρέχοντας. Μην τον πάρει χαμπάρι η μάνα του, η κυρα-Ξυνίνη, γιατί μετά ποιος τον έσωζε.

Η Κοκκινομασκίτσα άνοιξε την πόρτα, ψέκασε το χαρτί με αντισηπτικό, το πήρε με μία λαβίδα και αφού στέγνωσε, το άφησε πάνω στο τραπέζι για να το πάρει η μητέρα της και να το βάλει μέσα στο καλάθι μαζί με τα καλούδια που είχε ετοιμάσει για τη γιαγιά της. Η γιαγιά ήταν πολύ μεγάλη σε ηλικία και πρόσεχε πολύ το φαγητό της. Γι’ αυτό η Σιδηρά Κυρία της έβαλε λίγο παστουρμά, μερικά λουκάνικα, λίγο καπνιστό χοιρινό, ένα μπωλ με πατσά, ένα μπουκάλι πολύ καλό ντόπιο τσίπουρο και μερικά φυσίγγια μη τυχών τελείωναν τα δικά της, μια και η γιαγιά πυροβολούσε με το δίκανο οποιονδήποτε πλησίαζε στα πέντε μέτρα, γιατί πίστευε ότι ήθελαν να της φέρουν την Κορωνοθυγατέρα στο σπίτι της για να την ξεκάνουν.

Η Κοκκινομασκίτσα φόρεσε την πλαστική ολόσωμη φόρμα της που έκλεινε ερμητικά καλά, έναν κόκκινο πλαστικό σκούφο, τα κόκκινα γυαλιά της, την κόκκινη μάσκα της που δεν την αποχωριζότανε ποτέ (εξ ου και το όνομα) και τα κόκκινα πλαστικά γάντια της. Έδεσε και στη ζώνη της ένα ψεκαστήρι με ένα ειδικό αντισηπτικό που είχε φτιάξει η μητέρα της από μόνη της για τέτοιες περιπτώσεις, (έναν συνδυασμό που βάση του είχε το τσίπουρο και το μουρουνέλαιο), πήρε και το ειδικό αποστειρωμένο καλαθάκι με τα καλούδια και ξεκίνησε για το σπίτι της γιαγιάς.

Η διαδρομή μέσα από το δάσος ήταν πολύ όμορφη, τα πάντα ήταν πράσινα και είχαν ήδη βγει πολλά λουλούδια. Η Κοκκινομασκίτσα σκέφτηκε ότι οι μυρωδιές του δάσους αυτή την εποχή είναι υπέροχες, αλλά δεν μπορούσε να το καταλάβει μια και το μόνο που μύριζε ήταν το αντισηπτικό που της είχε ρίξει η μητέρα της πάνω στη μάσκα. Στεναχωρήθηκε λιγουλάκι που δεν μπορούσε να απολαύσει τις μυρωδιές του δάσους, αλλά αποφάσισε να εστιάσει στην ομορφιά γύρω της μια και αυτό μπορούσε να το κάνει... άσχετο εαν τα πάντα τα έβλεπε κόκκινα λόγω των κόκκινων γυαλιών της.

«Εντάξει», σκέφτηκε, «θα περάσει.»

«Είναι μία δύσκολη κατάσταση, αλλά που θα πάει; Θα κουραστεί αυτή η Κορωνοθυγατέρα να σουλατσάρει από δω και από εκεί, θα πέσει για ύπνο και τότε θα απολαύσω τη βόλτα μου στο αγαπημένο μου δάσος.»

Εκεί λοιπόν που περπατούσε μέσα στο δάσος, βλέπει από μακριά να έρχεται προς το μέρος της ένας άνθρωπος. Της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση γιατί αυτός δεν φορούσε τίποτα για να προστατεύεται. Ούτε μάσκα, ούτε γυαλιά, ούτε γάντια... Μόνο τα ρούχα του.

-         «Καλημέρα Κοκκινομασκίτσα», της λέει. «Είμαι ο Βλακομένης, ο γαμπρός του Πούκα».

-         «Καλημέρα... σας γνώρισα» του απαντά κι εκείνη.

-         «Τι ωραίος καιρός για βόλτα στο δάσος. Αυτά τα χρώματα, αυτές οι μυρωδιές αυτή την εποχή είναι μοναδικές. Μου την έδωσε να κάθομαι συνέχεια σπίτι και είπα να βγω να κάνω μία βόλτα στο δάσος», συνέχισε ο Βλακομένης.

-         «Ναι αλλά δεν φοράτε τίποτα που να προστατεύει εσάς και τους γύρω σας;», του απάντησε απορημένα η Κοκκινομασκίτσα.

-         «Άκου Κοκκινομασκίτσα... είσαι πολύ μικρή ακόμα και δεν καταλαβαίνεις πολλά πράγματα. Αυτή η Κορωνοθυγατέρα είναι ένα κατασκεύασμα του Μεγάλου Βασιλιά που στόχο του έχει να κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο. Επέβαλε και στους άλλους Βασιλιάδες, να δώσουνε πολλά χρυσά νομίσματα στις κατά τόπους Κυρα – Πρήζω για να διασπείρουν τον φόβο στο μυαλό των υπηκόων τους, ώστε να μπορούν να τους ελέγχουν και να περάσουν τα δικά του σχέδια για το πώς θα διαμορφωθεί ο κόσμος. Όλα αυτά είναι ένα μεγάλο ψέμα... Θα δεις ότι σε λίγο καιρό θα βγεί ο Αρχιμάγος του Μεγάλου Βασιλιά και θα πει ότι βρήκε το μαγικό ματζούνι που θα σώσει ολόκληρο τον κόσμο. Και οι άνθρωποι θα τρέξουν να αγοράσουν το ματζούνι για να το πάρουν και ο Αρχιμάγος θα γίνει πάμπλουτος σε μία βραδιά. Εν τω μεταξύ οι άνθρωποιι θα έχουν μάθει να ζουν έτσι και δεν θα τους κακοφαίνεται οτιδήποτε και να τους επιβάλλουν.»

-         «Ναι αλλά πεθαίνουν πολλοί άνθρωποι», απάντησε η Κοκκινομασκίτσα».

-         «Παράπλευρες απώλειες, απαντά ο Βλακομένης. Ούτως ή άλλως η γη δεν μπορεί να θρέψει τόσους πολλούς ανθρώπους. Ξέρεις ότι για κάθε εργαζόμενο αντιστοιχούν έξι συνταξιούχοι; Ας πεθάνει και κανένας για να έρθει αυτός ο πλανήτης στα ίσα του.»

-         «Μα εγώ δεν θέλω να πεθάνει η μητέρα μου, η γιαγιά μου. Τις αγαπάω πάρα πολύ και εκτός όλων των άλλων εαν δεν ήταν αυτές δεν θα έμενα σ’ αυτό το ωραίο σπίτι, δεν θα είχα αυτό το χωριό, αυτή την εκκλησία, αυτό το σχολείο. Δεν θα ήμουν καν αυτή που είμαι σήμερα, λέει με παράπονο η Κοκκινομασκίτσα.»

-         «Αυτά είναι συναισθηματικές βλακείες... Δεν λειτουργεί έτσι ο κόσμος. Δίνεις, παίρνεις. Αυτή τη στιγμή οι γέροι παίρνουν και δεν δίνουν τίποτα... Άρα είναι άχρηστοι γι’ αυτόν τον κόσμο. Χώρο πιάνουν... τίποτε άλλο.»

Κι ο Βλακομένης, ολοκληρώνοντας τη φράση του, κάθισε κάτω από ένα δέντρο και έβγαλε από την τσέπη του ένα πούρο για να καπνίσει και να απολαύσει τα καλούδια του δάσους.

Η Κοκκινομασκίτσα ακούγοντας όλα αυτά στεναχωρήθηκε πάρα πολύ. Όχι τόσο γι’ αυτά που έλεγε ο Βλακομένης, αλλά γιατί ήξερε μέσα της ότι υπήρχαν πολλοί άνθρωποι με το δικό του σκεπτικό.

-         «Εγώ όμως τη γιαγιά μου την αγαπάω!» του φώναξε θυμωμένα η Κοκκινομασκίτσα.

-         «Η Αγάπη μικρή μου είναι απλά ένα κατασκεύασμα του Hollywood για να κοροϊδεύουν τον κόσμο.»

-         «Στο σχολείο ο κ. Μαύρος μας είπε ότι η Αγάπη είναι ουσιαστικό και το “Aγαπάω” είναι ρήμα. Ενέργεια. Ενεργώ για τον άλλον. Κι εγώ σας είπα ότι την γιαγιά μου την ΑΓΑΠΑΩ και αυτό το δείχνω με πράξεις. Δεν με ενδιαφέρει εαν κάποιος γίνει πλούσιος από το μαγικό ματζούνι, δεν με ενδιαφέρει εαν κάποιος Βασιλιάς θέλει να ελέγξει τον κόσμο... δεν με ενδιαφέρει τίποτα από όλα αυτά. Αγαπάω αυτούς που βρίσκονται δίπλα μου και τους προστατεύω, όσο περισσότερο μπορώ. Αγαπάω την γιαγιά μου και γι’ αυτό της πάω τα φαγητά που ετοίμασε η μητέρα μου και δεν θα μπω καν μέσα στο σπίτι της όσο κι αν το θέλω, θα της τα αφήσω στην πόρτα και θα φύγω. Και ξέρετε και κάτι... αυτός ο κόσμος έγινε όπως τα λέτε γιατί οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει τι σημαίνει “Αγαπάω”. Εάν ο καθένας από εμάς αγαπούσε τον διπλανό του... ο κόσμος που περιγράψατε θα ήταν διαφορετικός. Θυμάμαι ότι ο Παπα-Χάρλευ μου είχε πει στο κατηχητικό ότι για να αγαπήσω τον διπλανό μου θα πρέπει πρώτα να αγαπήσω εμένα την ίδια. Εσείς κ. Βλακομένη αγαπάτε τον εαυτό σας;;; Μην μου απαντήσετε... απλά σκεφτείτε το. Σας αφήνω... Πάω στη γιαγιά μου... Γιατί τόσο εγώ όσο και τα υπόλοιπα παιδιά του χωριού έχουμε αποφασίσει να αγαπάμε τους πάντες και τα πάντα, γιατί έτσι ίσως μπορέσουμε κάποια στιγμή να αλλάξουμε τον δικό σας κόσμο.»

Και η Κοκκινομασκίτσα συνέχισε τον δρόμο για το σπίτι της γιαγιάς της…

Ο Βλακομένης τώρα ήταν πολύ νευριασμένος με τη γλώσσα της Κοκκινομασκίτσας που ήταν μεγαλύτερη από την ίδια και σκέφτηκε να τρέξει πρώτος στο σπίτι της γιαγιάς και όταν η Κοκκινομασκίτσα άφηνε στην πόρτα το καλάθι αυτός θα έτρεχε θα το έπαιρνε και θα έτρωγε όλα όσα υπήρχαν μέσα. Κι αυτό θα ήταν ένα μάθημα ζωής για την άξεστη Κοκκινομασκίτσα... ο πιο δυνατός επιβιώνει σ’ αυτό τον κόσμο.

Σηκώθηκε λοιπόν και έτρεξε γρήγορα για να φτάσει πρώτος στο σπίτι της γιαγιάς. Κρύφτηκε στο πίσω μέρος του γιατί ήξερε ότι η γιαγιά καραδοκούσε με το δίκανο στο μπροστινό παράθυρο και περίμενε να φθάσει η Κοκκινομασκίτσα και να αφήσει το καλάθι με τα καλούδια στην πόρτα. Σε λίγη ώρα ξεπρόβαλε η Κοκκινομασκίτσα από το μονοπάτι, τραγουδώντας ένα τραγούδι του Μητροπάνου «Όσοι με τον χάρο γίναν φίλοι» μια και μάλλον δεν μπορούσε να ξεχάσει την συνομιλία που είχε με τον κ. Βλακομένη. Έφτασε στην πόρτα, την χτύπησε, άφησε το καλάθι πάνω στο πατάκι και ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής για το σπίτι της. Δεν πρόλαβε να φτάσει στο μονοπάτι κι άκουσε πίσω της έναν πολύ δυνατό θόρυβο. Γύρισε τρομαγμένη προς το σπίτι της γιαγιάς και είδε μπροστά στην είσοδο του σπιτιού τον κ. Βλακομένη ξαπλωμένο στο χώμα χτυπημένο. Πάγωσε. Έμεινε ακίνητη να κοιτάει.

Ο Βλακομένης στην προσπάθεια του να κινηθεί γρήγορα και να αρπάξει το καλάθι με τα καλούδια, σκόνταψε σ’ ένα παρτέρι με λουλούδια που είχε η γιαγιά στην πόρτα, έπεσε κάτω παρασύροντας μαζί του και μία μεγάλη γλάστρα με ένα Μπέντζαμιν που τον χτύπησε στο κεφάλι. Ήταν εκεί, ξαπλωμένος και αιμόφυρτος μπροστά στο καλάθι, χωρίς να έχει τις αισθήσεις του. Η γιαγιά άνοιξε αμέσως το παράθυρο και φώναξε στην Κοκκινομασκίτσα να τρέξει γρήγορα στο χωριό και να φωνάξει τον γιατρό.

Η γιαγιά κοίταξε τον χτυπημένο άντρα στη πόρτα της και χωρίς να σκεφτεί και πολύ ότι δεν είχε ούτε γάντια ούτε μάσκα ούτε τίποτα, ανοίγει την πόρτα της και σέρνει τον άντρα μέσα στο σπίτι της. Ήξερε ότι εαν δεν σταματούσε γρήγορα την αιμορραγία θα πέθαινε. Πήρε πανιά, τα πίεσε πάνω στο τραύμα προσπαθώντας να σταματήσει προσωρινά την αιμορραγία, περιμένοντας υπομονετικά να φέρει βοήθεια η Κοκκινομασκίτσα από το χωριό. Μετά από δύο περίπου ώρες έφτασε επιτέλους η βοήθεια. Μπήκε μέσα στο σπίτι ο γιατρός, κοίταξε το τραύμα και πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες στον Βλακομένη. Γύρισε στη γιαγιά και της λέει: «Του έσωσες τη ζωή. Εάν δεν ήσουν εσύ τώρα θα είχε πεθάνει από αιμορραγία».  Και φώναξε τους τραυματιοφορείς να τον πάρουν και να τον βάλουν στο κάρο για να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Η Κοκκινομασκίτσα στεκόταν στη πόρτα και κοιτούσε τη γιαγιά της με τα μάτια δακρυσμένα. «Γιαγιάκα», της λέει, «ξέρεις ότι αυτός ο άνθρωπος μπορεί να κουβαλούσε επάνω του την Κορωνοθυγατέρα και να σε κόλλησε; Γιατί το έκανες αυτό;»

Η γιαγιά κοίταξε την εγγονή της στα μάτια και της είπε με ήρεμη φωνή: «Εάν δεν το έκανα, αυτός ο άνθρωπος θα είχε πεθάνει. Κι όπως μου είχε πει κάποτε η μικρή εγγονούλα μου, το “ΑΓΑΠΑΩ” είναι ρήμα. Κι αν δεν ζω με το “ΑΓΑΠΑΩ”, άνευ όρων, δεν μπορώ να λέγομαι ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Δεν ξέρουμε φίλοι μου εαν η γιαγιά τελικά κόλλησε ή όχι. Δεν ξέρουμε εάν ο Βλακομένης μετά από αυτό το γεγονός άλλαξε απόψεις. Δεν ξέρουμε τι έγινε παρακάτω. Μάλλον το τέλος αυτού του περίεργου παραμυθιού βρίσκεται μέσα στην καρδιά σας... μέσα στην ψυχή σας.

Εγώ το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι κάποιοι τότε αποφάσισαν να ζήσουν καλά και εύχομαι σ’ όλους μας,  εμείς να ζήσουμε καλύτερα.

Πηγή: Γεώργιος Δεληκώστας ΑμκΕ, του Γεωργίου Δεληκώστα

 

Ακούστε το Παραμύθι "Η Κοκκινομασκίτσα και ο κακός ο Βλακομένης"

31 03, 20

Media